Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

ΜΟΣΧΟΚΑΡΥΔΟ




Αειθαλές, τροπικό δέντρο με πατρίδα τα νησιά Banda της Ινδονησίας. Η μοσχοκαρυδιά είναι ένα ψηλό δέντρο ύψους 7-10μ., με γυαλιστερά φύλλα. Χρειάζεται 15 χρόνια για να ωριμάσει πλήρως και παράγει καρπούς για 40 χρόνια. Έχει κιτρινωπούς καρπούς που μοιάζουν με βερίκοκα. Η συγκομιδή των καρπών γίνεται μετά την ωρίμανση. Απομακρύνεται η εξωτερική φλούδα του καρπού, η λευκή σάρκα και το πορτοκαλοκόκκινο δαντελωτό περίβλημα που είναι γνωστό ως «ανθός του μοσχοκάρυδου» ή «μασίς» (mace). Στη συνέχεια, οι σπόροι, οι οποίοι καλύπτονται από το κέλυφο, αποξηραίνονται για 6-8 εβδομάδες μέχρι ο πυρήνας, δηλαδή το μοσχοκάρυδο, να κροταλίσει ενώ βρίσκεται μέσα στο κέλυφός του. Όταν συμβεί αυτό σπάει το κέλυφος και απομακρύνεται το μοσχοκάρυδο που είναι έτοιμο για χρήση. Χρησιμοποιείται πολύ στην Ευρώπη όπου ενισχύει μοναδικά πλήθος εδεσμάτων από τη Γαλλική μπεσαμέλ και τα ραγκού μέχρι το Σκανδιναβικό κρασί glogg, στο οποίο χαρίζει το ζεστό άρωμά του. Οι Άραβες το χρησιμοποιούν σε πιάτα με αρνίσιο κρέας και στη Βόρεια Αφρική αποτελεί συστατικό στο περίφημο Μαροκινό μίγμα μπαχαρικών Ras el hanout.
Οι πρώτες ιστορικές γραπτές αναφορές που υπάρχουν είναι από το Ρωμαίο συγγραφέα Πλίνιο και τοποθετούνται χρονικά στον 1οαι. Οι Ινδοί το χρησιμοποιούσαν για πυρετό, κακή αναπνοή και πονοκεφάλους και οι Άραβες ως αφροδισιακό. Το μοσχοκάρυδο ήρθε στην υπόλοιπη Ευρώπη το Μεσαίωνα από τους Άραβες διαμέσου της Βενετίας. Ήταν εξαιρετικά ακριβό μπαχαρικό.
Η ιστορία του μοσχοκάρυδου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή του νησιού Run που ήταν κύρια πηγή μοσχοκάρυδου. Στα τέλη του 1400 οι Πορτογάλοι έφτασαν στο Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας και πήραν τον έλεγχο του εμπορίου μοσχοκάρυδου.
Κύρια περιοχή τροφοδοσίας μοσχοκάρυδου ήταν το Νησί Run, το οποίο πέρασε στα χέρια των Ολλανδών. Το νησί αποτέλεσε μήλο της έριδος για την Ολλανδία και ηταν η αιτία των πολέμων μεταξύ των δύο χωρών. Όταν απέκτησαν οι Βρετανοί τον έλεγχο του νησιού Run, άρχισαν να φυτεύουν μοσχοκαρυδιές στη Γρενάδα και τη Ζανζιβάρη. Αυξήθηκε η παραγωγή μοσχοκάρυδου παγκοσμίως και μειώθηκε η τιμή του.
Προέλευση: Ινδία, Ινδονησία, Μαλαισία, Σρι Λάνκα, Νέα Γουινέα και Γρενάδα ή όπως αλλιώς καλείται «το Νησί του Μοσχοκάρυδου». Παρόλο που η Γρενάδα ήταν στο παρελθόν μία πολύ σημαντική πηγή μοσχοκάρυδου, τα τελευταία χρόνια μειώθηκε κατακόρυφα η παραγωγή της εξαιτίας του τυφώνα Ιβάν που το 2004 κατέστρεψε πολύ μεγάλο μέρος των μοσχοκαρυδιών.
Πλούσια, ζεστή, αρωματική γεύση.Ταιριάζει σε γλυκές παρασκευές όπως σε πουτίγκες, μπισκότα, μηλόπιτες, καρυδόπιτες, τάρτες φρούτων. Χρησιμοποιείται σε πιάτα με πατάτες, καρότα και σελινόριζα. Είναι ιδανικό μπαχαρικό για το σπανάκι, γιατί ισορροπεί τη μεταλλική του γεύση. Επίσης είναι απαραίτητο συστατικό στην μπεσαμέλ, τον πουρέ πατάτας, σε κρεατόπιτες, σε πουλερικά, σε σάλτσες, τυριά, τυρόπιτες και γενικότερα πιάτα που περιέχουν γαλακτοκομικά.Συνδυάζεται άψογα με μπαχάρι, κανέλα, γαρύφαλλο και τζίντζερ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου