Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

ΠΙΠΕΡΙΑ ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΑ




ΚΑΓΙΕΝ
Το πιπέρι καγιέν είναι πιπέρι σκόνη από τσίλι πιπεριές. Καταναλώνεται από τους Ιθαγενείς της Αμερικής ήδη από το 700 π.Χ. Οι πιπεριές τσίλι από τις οποίες προέρχεται το πιπέρι καγιέν ήταν απαραίτητο συστατικό ενός μείγματος που έφτιαχναν οι Αζτέκοι, το οποίο εμπεριείχε και σοκολάτα. Την περίοδο των μεγάλων ανακαλύψεων, το πιπέρι καγιέν εισάγεται στην Ευρώπη από το Χριστόφορο Κολόμβο με το όνομα «πιπέρι της Γουιάνα», ή «πιπέρι Καγιέν» από το όνομα ενός λιμανιού στη Νότια Αμερική και συγκεκριμένα στη Γαλλική Γουιάνα που λέγεται Καγιέν. Το 1943 αναγνωρίζεται επίσημα από Αμερικανούς επιστήμονες ως πανίσχυρο διεγερτικό που προκαλεί κάψιμο στο στομάχι και σε ολόκληρο το σώμα.
Προέλευση: Μεξικό, ΗΠΑ, Ασία (Ινδία, Ιαπωνία), Ανατολική Αφρική.
Καυτή γεύση, φλογερή που ταιριάζει σε θαλασσινά, κρέατα, ζυμαρικά, όσπρια, σαλάτες και πιάτα με τυρί ή αυγό, ειδικά σε ομελέτες με τυρί. Ιδανικό για σπιτικά burgers, καυτά dips και Μεξικάνικες σος, tacos, burritos και fajitas. Παντρεύεται ιδανικά με την σοκολάτα δίνοντας «καυτά ειδύλλια» σοκολατόπιτες, σοκολατάκια καγεν.
Για ένα ακόμα πιο καυτό και πικάντικο αποτέλεσμα μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε μαζί με πάπρικα και πιπέρι. Ακόμα, συνδυάζεται άρτια ε μπαχάρι, κάρδαμο, γαρύφαλλο, κόλιανδρο (φύλλα και σπόρους), κύμινο, τριγωνέλλα (φύλλα και σπόρους), τζίντζερ, σινάπι, αστεροειδή γλυκάνισο, κουρκουμά  και δάφνη.

ΚΟΥΜΠΕΜΠ
Είναι οι καρποί ενός τροπικού αναρριχητικού φυτού αυτοφυούς της   Ιάβας και σε άλλα νησιά της Ινδονησίας. Έχει φρέσκο, πιπεράτο άρωμα με νότες πεύκου και εσπεριδοειδών. Οι καρποί που είναι λίγο μεγαλύτεροι από τους σπόρους του πιπεριού, ζαρωμένοι και έχουν μια μικρή, κοντή «ουρίτσα». Αυτός είναι ο λόγος που αποκαλείται και «Πιπέρι με Ουρά» (Tailed Pepper). Οι καρποί περιέχουν ένα και μόνο σπόρο, κούφιοι. Το συναντάμε κυρίως στην κουζίνα την Ινδονησίας και λιγότερο στη Σρι Λάνκα. Στην Αφρική αποτελεί συστατικό στο περίφημο Μαροκινό μίγμα μπαχαρικών «Ras el hanout».   
Στην Ευρώπη ήταν δημοφιλές το 13οαι. όπου χρησιμοποιούνταν σαν μπαχαρικό και φάρμακο, αλλά λίγους αιώνες μετά, τον 17οαι. ηταν δυσεύρετο. Τον 20οαι., όταν το γνωστό πιπέρι ήταν εξαιρετικά ακριβό, το πιπέρι Κουμπέμπ ήταν φτηνό, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται φαινόμενα νοθείας του αληθινού πιπεριού με το πιπέρι Κουμπέμπ.
Προέλευση: Κεντρική Αφρική, Ασία (Ινδία).
Καυτή, πικάντικη γεύση που θυμίζει πεύκο.Ιδανικό καρύκευμα για πιάτα με κρέας ή λαχανικά.Συνδυάζεται με κάρδαμο, κανέλα, κουρκουμά, φύλλα δάφνης, φασκόμηλο, δενδρολίβανο και θυμάρι.

ΠΙΠΕΡΙ ΜΑΚΡΥ (ή ΜΑΚΡΥΠΙΠΕΡΟ)
Οι αποξηραμένοι καρποί του είδους P. Longum που ανήκει στην οικογένεια Piperaceae με προέλευση από τη Νότια Ασία. Είναι συγγενές με το είδος P. nigrum από το οποίο προέρχεται το μαύρο πιπέρι. Λεπτό αναρριχητικό φυτό με σκούρα οβάλ οδοντωτά φύλλα που έχουν σχήμα καρδιάς. Μέσα στο κάθε λουλούδι υπάρχουν μικροσκοπικές ακίδες. Οι ακίδες είναι κόκκινες όταν ωριμάζουν και γίνονται μαύρες όταν αποξηραίνονται. Αποξηραμένες καταναλώνονται ως μπαχαρικό. Οι καρποί έχουν πικάντικο άρωμα που οφείλεται σε ένα αλκαλοειδές, την πιπερίνη.
Το μακρυπίπερο ήταν γνωστό στην Ευρώπη, την εποχή που δεν είχε ακόμα φτάσει το μαύρο πιπέρι. Ο Ιπποκράτης ήταν ο πρώτος που ανέφερε τη χρήση του φυτού ως φάρμακο. Έγινε λιγότερο δημοφιλές όταν ο Κολόμβος έφερε στην Ευρώπη το πιπέρι και τις πιπεριές τσίλι.
Προέλευση: Ινδία, Μαλαισία, Ινδονησία, Σιγκαπούρη και Σρι Λάνκα.
Έντονη πιπεράτη γεύση που προκαλεί έκκριση σάλιου και μούδιασμα στο στόμα. Θυμίζει συνδυασμό μαύρου, λευκού πιπεριού και τζίντζερ.
Η χρήση του μακροπίπερου είναι εξαιρετικά σπάνια στην Ευρωπαϊκή κουζίνα αλλά συνηθίζεται στην Ινδική, Ινδονησιακή και Μαλαισιανή κουζίνα. Συναντάται ακόμα σε διάφορα μίγματα στο Μαρόκο και στην Αιθιοπία όπου είναι κύριο συστατικό του μίγματος μπαχαρικών Berebere. Εκτός από τη χρήση των αποξηραμένων καρπών στη μαγειρική, χρησιμοποιούνται για φαρμακευτικούς λόγους οι καρποί και οι ρίζες. Είναι ακόμα το κύριο συστατικό του γνωστού σπρέι πιπεριού που χρησιμοποιείται για λόγους αυτοάμυνας, ενώ στην Ινδία η ρίζα του φυτού χρησιμοποιείται στην παραγωγή μπύρας.
Η ιδιαίτερη γεύση του μακρυπίπερου αρωματίζει το κρέας, τις αγκινάρες, τα σπαράγγια και τα μανιτάρια και ταιριάζει με διάφορες ποικιλίες πικάντικων τυριών και κρασιών. Στην Ταϊλάνδη το βάζουν στις σούπες και τα τηγανητά και στην Αιθιοπία στο στιφάδο.Όπως το πιπέρι, συνδυάζεται με όλα τα μπαχαρικά και βότανα, ενώ μπορεί ακόμα να χρησιμοποιηθεί για να γεφυρώσει τη γεύση του μαύρου πιπεριού με αυτή του τσίλι.

ΠΙΠΕΡΙ ΜΕΛΕΓΚΕΤΑ (ή ΓΟΥΪΝΕΑΣ)
Οι αρωματικοί σπόροι του είδους Aframomum melegueta τού γένους Αφράμωμο που ανήκει στην οικογένεια του τζίντζερ. Είναι γνωστό και ως «κόκκοι του Παραδείσου», «πιπέρι του αλιγάτορα» ή «κόκκοι της Γουινέας». Πολυετές ποώδες φυτό ύψους που φτάνει το 1μ. Αυτοφύεται στα έλη της ακτής της Δυτικής Αφρικής. Αναδύεται άρωμα τζίντζερ. Έχει μοβ λουλούδια και καφεκόκκινους σπόρους που βρίσκονται μέσα σε ένα ζαρωμένο καφέ περικάρπιο.
Οι «κόκκοι του Παραδείσου» όπως αποκαλείται αλλιώς το πιπέρι Μελεγκέτα ήρθε στην Ευρώπη το 13ο αιώνα με καραβάνια από την έρημο Σαχάρα. Ήταν πολύ δημοφιλές μπαχαρικό από την εποχή της Βασίλισσας της Αγγλίας Ελισάβετ Ι (1533-1603) που το υποστήριζε θερμά, μέχρι τη περίοδο βασιλείας του Γεωργίου ΙΙΙ (1738-1820), ο οποίος το απαγόρεψε. Λέγεται ότι ονομάστηκε «κόκκοι του παραδείσου» το Μεσαίωνα επειδή θεωρούνταν πολύ σημαντικό μπαχαρικό. Κατά το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση το έβαζαν στο κρασί, την μπύρα και το ξύδι. Αργότερα οι χρήσεις του περιορίστηκαν στον αρωματισμό των λουκάνικων και της μπύρας.
Προέλευση: Δυτική Αφρική Γκάνα, Λιβερία, Ακτή Ελεφαντοστού, Τόγκο και Νιγηρία.
Πιπεράτη, καυτή γεύση.Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πολλά πιάτα. Συνταγές με κρεατικά, πουλερικά και λαχανικά.Συνδυάζεται με κανέλα, γαρύφαλλο, μπαχάρι, κύμινο, κολιανδρο, κάρδαμο, τσίλι, τζίντζερ, αστεροειδή, γλυκάνισο, κουρκουμά, φύλλα δάφνης, δενδρολίβανο, θυμάρι και σκόρδο.

ΠΙΠΕΡΙ ΠΡΑΣΙΝΟ
Το πράσινο πιπέρι είναι οι άγουροι καρποί (κόκκοι) του φυτού (Piper nigrum) της οικογένειας Piperaceae που είναι ιθαγενές της Ινδίας και της Καμπότζης. Πολυετές τροπικό αναρριχητικό φυτό που μπορεί να φτάσει τα 10μ. ύψος. Έχει γυαλιστερά πράσινα φύλλα και λευκά λουλούδια, ενώ οι καρποί σχηματίζουν τσαμπιά. Οι αποξηραμένοι κόκκοι υφίστανται κάποιας μορφής επεξεργασία προκειμένου να διατηρήσουν το πράσινο χρώμα τους. Διατίθενται αποξηραμένοι ή μέσα σε άλμη.
Το πράσινο πιπέρι χρησιμοποιείται κυρίως στην Ταϊλανδέζικη κουζίνα.
Η ιστορία του πιπεριού είναι και η ιστορία των μπαχαρικών. Το μαύρο πιπέρι με προέλευση το Μάλαμπαρ της Νοτιοδυτικής Ινδίας είναι για 4.000 συνεχή έτη ο βασιλιάς των μπαχαρικών.
Το εμπόριο πιπεριού έλεγχαν οι κάτοικοι της Φοινίκης, στη συνέχεια περνά στα χέρια των Αράβων, οι οποίοι ενταντικοποίησαν τη δράση τους αργότερα, μετά την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το πιπέρι και τα άλλα μπαχαρικά περνούσαν μέσα από ένα δρόμο, γνωστό ως δρόμο του πιπεριού ή Via Piperatica.
Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι έμποροι έγιναν οι καλύτεροι πελάτες πιπεριού, το οποίο προμηθεύονταν από την Ινδία. Στην αρχαία Ελλάδα το χρησιμοποιούσαν για φαρμακευτικούς σκοπούς και ήταν αγαθό πολύ μεγάλης αξίας. Στη διάρκεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το πιπέρι ήταν το πιο διαδεδομένο μπαχαρικό σε όλη την Ευρώπη. Όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία απειλούνταν από τους Βησιγότθο Αλάριχο, προσφέρθηκαν σε αυτόν ως λύτρα τεράστιες ποσότητες πιπεριού. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι Βορειοευρωπαίοι είχαν μυηθεί στο πιπέρι.
Μετά το 1100 μ.Χ. ξεχωρίζουν στην Ευρώπη η Βενετία και η Γένοβα, ως διεθνή κέντρα εμπορίου μπαχαρικών. Επειδή υπήρχε τεράστια ζήτηση για το πιπέρι, η τιμή του κινούνταν πολύ ψηλά.
Το μονοπώλιο των Αράβων και οι φόροι της Οθωμ. Αυτοκρατορίας, ήταν η αιτία να είναι το πιπέρι πολύ ακριβό.
Για το λόγο αυτό οι Ευρωπαίοι αναζητούσαν νέους δρόμους προς τις χώρες παραγωγής των μπαχαρικών. Οι μεγάλες ανακαλύψεις της εποχής αυτής. Η ανακάλυψη της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο, της Ινδίας από το Βάσκο ντε Γκάμα.
 Το κέντρο του εμπορίου μπαχαρικών ήταν από την Ιταλία στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Φέρνουν μπαχαρικά από την Ινδία περνώντας το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Εισέρχονται στην Ευρώπη μεγάλες ποσότητες μπαχαρικών, οδηγώντας σε αύξηση της κατανάλωσής τους. Το 1600 μ.Χ. η Αγγλία και η Ολλανδία εναντιώνονται στο μονοπώλιο της Ισπανίας και της Πορτογαλίας και αρχίζουν το εμπόριο των μπαχαρικών. Οι Ολλανδοί ιδρύουν την εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών και φέρνουν στη Γηραιά Ήπειρο μοσχοκάρυδο, πιπερόριζα και γαρίφαλο. Το 1800 η Αγγλία συμμετέχει περισσότερο ενεργά στο εμπόριο μπαχαρικών αλλά δεν εμπορεύεται πια από κοινού με την Ολλανδία. Στο εμπόριο μπαχαρικών μπαίνει η Αμερική και η Γαλλία.
Σήμερα, το πιπέρι παραμένει ο βασιλιάς των μπαχαρικών και κατέχει το 1/4 του παγκοσμίου εμπορίου των μπαχαρικών.
Εξίσου καυτή γεύση με τις υπόλοιπες ποικιλίες πιπεριών. Χρησιμοποιείται σε σάλτσες, ομελέτες, με το ρύζι, τα κρέατα, τα ψάρια και με τα πουλερικά.  το ανάλογα με τις απαιτήσεις της συνταγής σας, με όλες τις ποικιλίες πιπεριών, μπαχάρι, σκόρδο, κρεμμύδι, εστραγκόν, μαϊντανό και σέλινο.

ΠΙΠΕΡΙ ΡΟΖ
Μπαχαρικό που μπορεί να προέρχεται από δύο διαφορετικές μεταξύ τους βοτανολογικές οικογένειες. Προέρχεται από τους ώριμους κόκκινους καρπούς του είδους P. nigrum από το οποίο παίρνουμε το μαύρο πιπέρι. Τους καρπούς αυτούς δεν μπορούμε να τους αποξηράνουμε ή να τους βράσουμε γιατί το περικάρπιο είναι εξαιρετικά εύθραυστο μπορεί πολύ εύκολα να σπάσει εάν υποστεί οποιαδήποτε επεξεργασία. Η μόνη ασφαλής για τους καρπούς επεξεργασία είναι η βύθιση τους στην άλμη και σε αυτή τη μορφή διατίθενται στο εμπόριο. Ρoζ πιπέρι αποκαλούνται ακόμα οι μικροί κόκκινοι καρποί δύο ποικιλιών του δέντρου schinus που αυτοφύονται στο μακρινό Περού. Πρόκειται για το είδος schinus ariera ή molle συναντάται κυρίως στην Αυστραλία και μπορεί να φτάσει τα 20μ. και το είδος schinus terebinthifolius. Έχει μικρά κίτρινα άνθη και καρπούς που όταν ωριμάζουν γίνονται ρoζ. Είναι ένα μικρό δέντρο με γυαλιστερά οβάλ φύλλα που μοιάζουν με τα φύλλα της δάφνης. Οι καρποί του έχουν ροζ κέλυφος και εμπεριέχουν καφέ σπόρους, που όταν συνθλιβούν απελευθερώνουν ένα γλυκό ευωδιαστό άρωμα. Οι ώριμοι ρoζ καρποί του είδους αυτού τοποθετούνται στην άλμη ή αποξηραίνονται. Συνιστάται η αποθήκευση των αποξηραμένων σπόρων σε αεροστεγές μέρος, μακριά από την υπερβολική ζέστη, το ήλιο και την υγρασία.
Η ιστορία του πιπεριού είναι και η ιστορία των μπαχαρικών. Το μαύρο πιπέρι με προέλευση το Μάλαμπαρ της Νοτιοδυτικής Ινδίας είναι για 4.000 συνεχή έτη ο βασιλιάς των μπαχαρικών.
Το εμπόριο πιπεριού έλεγχαν οι κάτοικοι της Φοινίκης, στη συνέχεια περνά στα χέρια των Αράβων, οι οποίοι ενταντικοποίησαν τη δράση τους αργότερα, μετά την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το πιπέρι και τα άλλα μπαχαρικά περνούσαν μέσα από ένα δρόμο, γνωστό ως δρόμο του πιπεριού ή Via Piperatica.
Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι έμποροι έγιναν οι καλύτεροι πελάτες πιπεριού, το οποίο προμηθεύονταν από την Ινδία. Στην αρχαία Ελλάδα το χρησιμοποιούσαν για φαρμακευτικούς σκοπούς και ήταν αγαθό πολύ μεγάλης αξίας. Στη διάρκεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το πιπέρι ήταν το πιο διαδεδομένο μπαχαρικό σε όλη την Ευρώπη. Όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία απειλούνταν από τους Βησιγότθο Αλάριχο, προσφέρθηκαν σε αυτόν ως λύτρα τεράστιες ποσότητες πιπεριού. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι Βορειοευρωπαίοι είχαν μυηθεί στο πιπέρι. Μετά το 1100 μ.Χ. ξεχωρίζουν στην Ευρώπη η Βενετία και η Γένοβα, ως διεθνή κέντρα εμπορίου μπαχαρικών. Επειδή υπήρχε τεράστια ζήτηση για το πιπέρι, η τιμή του κινούνταν πολύ ψηλά.Το μονοπώλιο των Αράβων και οι φόροι της Οθωμ. Αυτοκρατορίας, ήταν η αιτία να είναι το πιπέρι πολύ ακριβό.
Για το λόγο αυτό οι Ευρωπαίοι αναζητούσαν νέους δρόμους προς τις χώρες παραγωγής των μπαχαρικών. Οι μεγάλες ανακαλύψεις της εποχής αυτής. Η ανακάλυψη της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο, της Ινδίας από το Βάσκο ντε Γκάμα.
 Το κέντρο του εμπορίου μπαχαρικών ήταν από την Ιταλία στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Φέρνουν μπαχαρικά από την Ινδία περνώντας το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Εισέρχονται στην Ευρώπη μεγάλες ποσότητες μπαχαρικών, οδηγώντας σε αύξηση της κατανάλωσής τους. Το 1600 μ.Χ. η Αγγλία και η Ολλανδία εναντιώνονται στο μονοπώλιο της Ισπανίας και της Πορτογαλίας και αρχίζουν το εμπόριο των μπαχαρικών. Οι Ολλανδοί ιδρύουν την εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών και φέρνουν στη Γηραιά Ήπειρο μοσχοκάρυδο, πιπερόριζα και γαρίφαλο. Το 1800 η Αγγλία συμμετέχει περισσότερο ενεργά στο εμπόριο μπαχαρικών αλλά δεν εμπορεύεται πια από κοινού με την Ολλανδία. Στο εμπόριο μπαχαρικών μπαίνει η Αμερική και η Γαλλία.
Σήμερα, το πιπέρι παραμένει ο βασιλιάς των μπαχαρικών και κατέχει το 1/4 του παγκοσμίου εμπορίου των μπαχαρικών.
Προέλευση: ΗΠΑ, Μπαχάμες, Αντίλλες (Κούβα, Πουέρτο Ρίκο), Λατινική Αμερική (Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη), Ωκεανία (Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία), Ασία (Κίνα), Νησιά Φίτζι του Ειρηνικού, Γαλλική Πολυνησία, Μαυρίκιος και Νότιος Αφρική. Ο κύριος εισαγωγέας ρoζ πιπεριού στην Ευρώπη είναι το πιο απομακρυσμένο μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γαλλική Νήσος Ρενιόν.
Το ρoζ πιπέρι που προέρχεται από το είδος piper nigrum έχει τη γνωστή σε όλους καυτή γεύση του μαύρου πιπεριού εμπλουτισμένη με φρουτώδεις νότες. Το προερχόμενο από τα είδη schinus ρoζ πιπέρι έχει λιγότερο καυτή γεύση. Χρησιμοποιείται στα θαλασσινά, το κουνέλι, το κοτόπουλο, ενώ δένει αρμονικά και με το λαδόξιδο. Ταιριάζει ακόμα σε ντρέσινγκς για σαλάτες και σε λευκές σος.

ΠΙΠΕΡΙ ΣΕΤΣΟΥΑΝ
Οι αποξηραμένοι αρωματικοί σπόροι ενός μικροσκοπικού φυτού του είδους Zanthoxylum piperitum της οικογένειας Rutaceae. Παρότι αποκαλείται «πιπέρι» δεν ανήκει στην οικογένεια του πιπεριού. Πήρε το όνομά του από την περιοχή προέλευσης του, την Κινέζικη επαρχία του Σετσουάν. Το φυτό από το οποίο προέρχονται οι καφεκόκκινοι αρωματικοί σπόροι είναι θάμνος ή μικρό φυλλοβόλο δέντρο, με πτεροειδή φύλλα. Τα κλαδιά, ο φλοιός και ο κύριος μίσχος του καλύπτονται με αγκάθια. Χρησιμοποιείται το περικάρπιο και όχι ο καρπός του.
Προέλευση: Κίνα, Ιαπωνία και Βόρεια Κορέα.
Πιπεράτη και αψιά, η γεύση του πιπεριού αυτού δημιουργεί ένα ελαφρύ μούδιασμα στο στόμα.
Το πιπέρι σετσουάν, αναπόσπαστο στοιχείο της Ασιατικής γαστρονομίας, είναι ένα από τα συστατικά του Κινέζικου μείγματος των πέντε μπαχαρικών και του μείγματος shichimi togarashi που φτιάχνεται στην Ιαπωνία. Είναι ξεχωριστό λόγω μιας ουσίας που περιέχει, η οποία προκαλεί ένα ελαφρύ, ανεπαίσθητο μούδιασμα στα χείλια και τη γλώσσα. Στο Σετσουάν, την περιοχή προέλευσης του πιπεριού αυτού, το καταναλώνουν για να μουδιάσουν και να μπορούν να αντέξουν τα καυτερά φαγητά. Στην Ιαπωνία χρησιμοποιούνται τα φύλλα του φυτού, φρέσκα ή αποξηραμένα.
Το πιπέρι σετσουάν, ένα από τα συστατικά του Κινέζικου μείγματος των πέντε μπαχαρικών, χρησιμοποιείται σε πιάτα με πουλερικά, κρέας, ψάρι, σούπες, πίκλες και μαρινάδες. Για να απελευθερωθεί όλη η πλούσια γεύση και το ζεστό άρωμά των σπόρων του συνιστάται να ψηθούν προτού να αλεσθούν.
Στη μαγειρική της κινεζικής επαρχίας του Σετσουάν συνδυάζεται με ταίλι, τζίντζερ και αστεροειδή  γλυκάνισο, ενώ ως συστατικό  του Κινέζικου μείγματος των πέντε μπαχαρικών ταιριάζει με τα υπόλοιπα συστατικά του μείγματος.

2 σχόλια:

  1. Συγχαρητήρια για την ανάρτηση σας. Καλό θα ήταν όμως να κάνατε και μια αναφορά στις πηγές σας για όποιον θα ήθελε να εμβαθύνει στο θέμα. Με φιλικούς χαιρετισμούς, Θάλεια Τσιχλάκη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συγχαρητήρια για την ανάρτηση σας. Καλό θα ήταν όμως να κάνατε και μια αναφορά στις πηγές σας για όποιον θα ήθελε να εμβαθύνει στο θέμα. Με φιλικούς χαιρετισμούς, Θάλεια Τσιχλάκη

    ΑπάντησηΔιαγραφή