Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ ( ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΗ ΒΟΥΤΣΙΝΑ)



Είναι πολύ βαρύ να γράφεις αποχαιρετισμούς γι ανθρώπους κοντινούς, αγαπημένους, άξιους, φλογερούς, δοτικούς, σαν την Εύη Βουτσινά, μαγείρισσα, συγγραφέα, φίλη. Μα είναι αναπόφευκτο. Πρώτον, διότι μερικοί αυτόν τον τρόπο έχουμε, αυτό το εργαλείο· δεύτερον, έτσι απαλύνουμε το άλγος της απώλειας· τρίτον, κρατάμε τη μνήμη αναμμένη και δικαιοβαρή.
Αποχαιρετώντας κάνουμε απολογισμό ανθρώπου και έργων. Έτσι και τώρα με την Εύη: καταλαβαίνουμε το βάρος της γυναίκας, την gravitas, αλλά και τη χάρη της, τη θέρμη των λόγων και των χειρονομιών της, την ουσία των έργων της, τη λάμψη του προσώπου της. Και όσοι τη γνώρισαν από κοντά, όσοι συνδέθηκαν φιλικά μαζί της, έχουν την ευκαιρία να συνοψίσουν το πρόσωπό της με ένα-δυο ήχους, μια φευγαλέα εικόνα.
Ιδού: αστραποβόλα μάτια, βραχνή φωνή. Αρχοντική παρουσία, θερμή και επιβλητική. Αιφνίδια τηλεφωνήματα για να πει ζυγισμένα μα αφειδώλευτα τον καλό λόγο. Λευκαδίτικη ντοπιολαλιά, που την κρατούσε -αυτή η λογία- με υπερηφάνεια και με μια τόση δα αριστοκρατική επιτήδευση. Τρυφερά υποκοριστικά, Νικάκι, Λιάκο... Και δοσίματα: μου στέλνουν αβγοτάραχο Αμβρακικού, θα σου κρατήσω· σου χω κρατήσει γλυκά δαμάσκηνα με κρασί, μανιτάρια μακεδονίτικα· όλη τη γεωγραφία κάτεχε κι όλη τη μοίραζε.
Ερεύνησε την Ελλάδα γωνιά γωνιά, μνημειώνοντας τον διατροφικό πολιτισμό υπαίθρου και άστεως, παλαιών και νέων χωρών, εντοπίων και διασποριτών, συνομιλώντας με γιαγιάδες, νοικοκυρές, θείες, επαγγελματίες, συνάπτοντας σχέσεις με ανθρώπους και μικροπαραδόσεις, αποδίδοντας πάντα τιμή στους πληροφορητές της, αποκαθιστώντας το «φαγάκι» εν χρόνω και τόπω, τοποθετώντας το στα υλικά και πολιτισμικά του συμφραζόμενα. Λαογράφος, ανθρωπολόγος, πατριδογνώστρια: «Είχα παρακολουθήσει μια συζήτηση δύο πνευματικών ανθρώπων υψηλού επιπέδου στην τηλεόραση, που υποστήριζαν ότι η κουζίνα μας είναι τούρκικη, δεν υπάρχει ελληνική κουζίνα, το μόνο που έχουμε είναι μια φασολάδα. Ευτυχώς δεν πτοήθηκα, συνέχισα τον δρόμο μου με ξεροκεφαλιά και επιμονή, άρχισα να ανακαλύπτω θησαυρούς και να βλέπω μέσα από την τεκμηρίωση ότι και υπάρχει ελληνική κουζίνα και βάθος χρόνου έχει» ― έλεγε στην «Κ» όταν εξέδωσε τα αγαπημένα της «Λευκαδίτικα μαγειρέματα».
Ελεγε «φαγάκι»· δεν χρησιμοποιούσε άλλα υποκοριστικά, μόνο φαγάκι, εννοούσε αυτό που ζεσταίνει την καρδιά, που ενώνει τους ανθρώπους μεταξύ τους και με την ιστορία τους. Ηταν μια ρομαντική ποιήτρια, παιδί της ελευθερίας του 68 και των χρόνων του 70, που συνταίριαζε στην τέχνη της το ροκ με το ρεμπέτικο. Να πώς αυτοπαρουσιαζόταν στο δεύτερο βιβλίο της, το κλασικό τετράτομο «Γεύση ελληνική»: «Θα ήθελε να μαγειρέψει για τον Θεόδωρο Ντοστογιέφσκι, τους Μπιτλς, τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Βαν Γκογκ, και πιστεύει πως μια μέρα θα τα καταφέρει».
Και συστηνόταν ως μαγείρισσα, σνομπάριζε τα γαστρονόμος, food writer κ.λπ. Ηταν σνομπ· ιδίως με τους ξιπασμένους και τους νεόπλουτους, που κατέκλυζαν τα μοδάτα εστιατόρια μετά τη φούσκα του Χρηματιστηρίου: «Είδα σε μενού αθηναϊκού εστιατορίου να υπάρχει φιλέτο κροκόδειλου με σος βατόμουρου πάνω σε αφρό βιολογικού ροκφόρ. Μπορεί ως φαγητό να είναι καλό. Εγώ, όμως, μόνο που το ακούω σκέφτομαι πολλά δυσάρεστα πράγματα» ― είχε πει στην «Κ». Το δικό της γκουρμέ αναπτυσσόταν γύρω από γίδες, ζυγούρια, βετούλια, καβουρμάδες, μπουρέκια, ποντιακά ωτία, αρωματικές αρτοκλασίες σε εσπερινούς και εξωτικές εκδοχές της φανουρόπιτας. Και πίτες μυθικές, ανακαλύψεις στα ορεινά και στα ξεχασμένα. (Τηλεφώνημα: Τι μυστικό έχει η μάνα σου για τη μυκονιάτικη κρομμυδόπιτα;)
Αρχόντισσα, σνομπ, που μαγείρευε για τετρακόσιους πανηγυριστές σε πλατείες και τηλεφωνιόταν για ευχές με τις πληροφοριοδότριές της στη Θράκη και την Κύπρο. Ηξερε γράμματα. Είχε ενσυναίσθηση. Φύτρα αρχαίας Ελληνίδας, με πείσμα, αγάπη, μέτρο, περηφάνια. Φύτρα ανθρώπου που τώρα τη χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ· τη δύναμη, την αισιοδοξία, την καθολικότητά της. Φύτρα ποιήτριας: «Η μαγειρική είναι ποιητική διαδικασία και μέσα απ αυτήν επιδιώκω την ισορροπία μου σ αυτό τον κόσμο. Επίσης πιστεύω με πάθος αυτό που λέει ο Μικρός Πρίγκιπας του Antoine de Saint-Exupéry, ότι μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι ναι. Μπορεί κανείς να μαγειρέψει τα καλύτερα με όνειρα και συγκινήσεις και σας προτείνω να δοκιμάσετε».
Εύη, βραχνή φωνή, αστραποβόλα μάτια, story teller, σαμάνος και κήρυκας χαράς.

ΝΙΚΟΣ Γ. ΞΥΔΑΚΗΣ (Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

«ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΑ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΑ» ΤΗΣ ΕΥΗΣ ΒΟΥΤΣΙΝΑ
Ένα βιβλίο για τη μαγειρική, αλλά και για τους ανθρώπους της Λευκάδας, γραμμένο από μια Λευκαδίτισσα γι’ αυτόν τον τόπο με το γλαυκό φως, με την ελιά και το κυπαρίσσι, με τη σμαραγδένια θάλασσα…
Η Εύη Boυτσινά γεννήθηκε το 1950 στη Λευκάδα, όπου και έζησε μέχρι το 1968. Έκανε σπουδές αγγλικής φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και δίδαξε αγγλικά, ιδιωτικά, για μερικά χρόνια. Εδώ και μια εικοσιπενταετία ασχολείται επαγγελματικά με τη μαγειρική. Παράλληλα ασχολείται και με τη θεωρητική πλευρά της γαστρονομίας και αρθρογραφεί σχετικά.
Επίσης καταγράφει συστηματικά την παραδοσιακή κουζίνα, ταξιδεύοντας σε όλη την Ελλάδα. Αυτό το υλικό των καταγραφών είναι και η αφετηρία για το δημιουργικό κομμάτι της δουλειάς της ως μαγείρισσας. Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Το ψωμί» κυκλοφόρησε το 1995 από τις Εκδόσεις Τροχαλία και η Β” έκδοση το 2000 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Η τετράτομη «Γεύση Ελληνική» είναι το δεύτερο έργο της γύρω από τη γαστρονομία (Εκδόσεις Καστανιώτη 1998, 2007). Ακολούθησε η τρίτομη «Απλή μαγειρική της αγίας καθημερινότητας» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004) και το «Κρόκος-σαφράν» (Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Κροκοπαραγωγών Κοζάνης, 2004). Έχει εκδώσει επίσης το τρίτομο έργο «Βιογραφίες 360 Ελλήνων συγγραφέων και μικρό ανθολόγιο» (Εκδόσεις Κτίστη, 1981). Θα ήθελε να μαγειρέψει για τον Θεόδωρο Ντοστογιέφσκι, για τους Μπητλς, για τον Μάρκο Βαμβακάρη και για τον Βαν Γκογκ και πιστεύει πως μια μέρα θα τα καταφέρει.
Η Εύη Βουτσινά με το βιβλίο «Λευκαδίτικα μαγειρέματα» επιστρέφει στις ρίζες της. Η αναζήτησή της δεν περιορίζεται σε συνταγές. Την ενδιαφέρουν οι τεχνικές παρασκευής των φαγητών, οι ανθρώπινες συνθήκες κι όλα εκείνα τα «μικρά» που χαρίζουν σε κάθε παρασκεύασμα τη χαρακτηριστική του γεύση, όλα εκείνα που συνθέτουν το ήθος των φαγητών.            
Εντέλει, συλλέγοντας συνταγές αλλά και ιστορίες γύρω από αυτές, η Εύη Βουτσινά εργάζεται σαν λαογράφος: στα βιβλία της πρωταγωνιστούν οι κύκλοι του χρόνου, ο ρυθμός και η αρμονία της φύσης· πρωταγωνιστεί η ουσία της ελληνικής μαγειρικής (και, ευρύτερα, της μεσογειακής), που είναι το μέτρο. Μα πάνω απ’ όλα πρωταγωνιστούν οι άνθρωποι: εκείνοι που αποδέχονται να μοιραστούν μαζί μας τις μνήμες τους, που αναλαμβάνουν να αφηγηθούν γοητευτικές ιστορίες από τα παλιά, οι οποίες γεφυρώνουν με απλότητα το χτες με το σήμερα.
Το βιβλίο της Εύης Βουτσινά Λευκαδίτικα μαγειρέματα τιμήθηκε με το Βραβείο GOURMET 2008-2009 στην κατηγορία Βιβλίο Γαστρονομίας Έλληνα Συγγραφέα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου